Πέμπτη, Ιουνίου 15, 2006

Φύλλο Πορείας

Φύλλο Πορείας (Ιούνιος 2006)


Το τρένο σφύριζε, σαν άφηνε το Πλότσκ
Κι ο ταξιδιώτης φόρτιζε τη μηχανή του
Μέσα στο σάκκο φυλαχτό μια ανάμνησή του
Μέσα στη σκέψη του, δυο μάτια γαλανά

Ακτίνες πύρρινες, του κάνουν οτοστόπ
Και λιθαράκια διασκορπίζονται στην άκρη
Κι αργά κυλούν, ως θα κυλούσε κι ένα δάκρυ
Καθάριο απόσταγμα αλλοτινής χαράς

Το τρένο απτόητο, χορεύει στις στροφές
Δρόμους φιδίσιους, καταπίνει αγκομαχώντας
Κι άλλοτε πάλι, πονηρά λοξοκοιτώντας
Περνά από απάτητες κοιλάδες και βουνά

Η ανάσα βάφει το παράθυρο θολό
Τα μάτια αχόρταγα, εικόνες καταπίνουν
Που αποθηκεύονται στο νου, τροφή του δίνουν
Κι αποτυπώνονται σε τούτες τις στροφές

Είναι στιγμές, που σε φιλόξενους σταθμούς
Βρίσκει το τρένο αφορμή να σταματήσει
Κι ο καβαλάρης του δυο χείλη να φιλήσει
Πριν πάλι φύγει, στον ορίζοντα χαθεί

Πού τέλος πάντων, τούτο (το) τρένο σταματά
Θα αναρωτιίεσαι, ταξιδιώτη αδελφέ μου
Μα κι αν θα το ‘ξερα, δεν το ‘λεγα ποτέ μου
Ποιός είμαι εγώ, να σου χαλάσω τη γιορτή;

Κι είναι ωραίος, και ζεστός πρέπει να πω,
Τούτος ο τόπος, που στο σάκκο τώρα κλείνω
Μα η σαγήνη του θα σβήσει αν παραμείνω
Γι’ αυτό κινώ για νέες πόλεις κι εξοχές

Σφυρά το τρένο σαν αφήνει κι άλλο Πλότσκ
Κι άλλη στο σάκκο, φυλαχτό, ανάμνησή μου
Βάζω βαθιά καθώς φορτίζει η μηχανή μου
Φύλλο πορείας, πάντα δυο μάτια γαλανά.