Μιά τραγουδάς πως δε με θες,
με την ματιά σου άλλα μου λες
Και μέσα σου με κλείνεις
Και πάνω που τ’ ομολογείς
Κι αρχίζεις πλαι μου να ζεις
Φοβασαι - και μ’ αφήνεις.
Κρατάς απόσταση και λες,
Πως για ότι γίνεται δε φταις
Και με γλυκοκοιτάζεις,
Μα σαν βουτώ και κολυμπώ
Μες στης ματιάς σου το βυθό
Στην άμμο με αδειάζεις.
Τρέχω σε μάγους και σοφούς
Στοιχειά, της νύχτας ναυαγούς,
Να σε ψυχολογήσω
Φοβάμαι μήπως βιάστηκα
Μάταια μήπως νοιάστηκα
Φοβάμαι μην αργήσω...
Κι όταν περνάω το στενό,
Άλλη αγάπη για να βρω
Με νάζι με κοιτάζεις….
Λες και το μόνο που ζητάς
Είναι το να με κατακτάς
Κάθε που θα με χάνεις…
Τρίτη, Μαΐου 30, 2006
Τρίτη, Μαΐου 02, 2006
Χαραμάδα
Χαραμάδα (04/06)
Μες στο κελί που εθελούσια κατοικώ
Κι έκτισα απόρθητο,και θλιβερό συνάμα,
Άνοιξ’ το βλέμμα σου μια τόση χαραμάδα,
Και μ’ έκανε να δω μια στάλα Φως
Έλαμψε ωραία η ματιά σου, φλογερή
Μες σε γυναίκες που τις νύχτες ζητιανεύουν
Που ένα βλέμμα, λίγο πόθο, ένα φιλί
Ρόλο μικρό σε κάποιου τα όνειρα γυρεύουν
Μου έκανε εντύπωση, οφείλω να το πω
Και ακόμα ντράπηκα, που αλλόκοτο μου εφάνη
Σαν με παράσερνε κι εμένα σε μια πλάνη
Το πως μαγνήτιζε η ματιά σου το κοινό
Ναι- ακόμα σκέφτομαι μην έχω πλανευθεί
Καθώς στην έρημο του νου μου περπατούσα
Κι έπλασα ο ίδιος την ωραία σου μορφή
Σαν άλλη όαση, που τόσο λαχταρούσα
Μα κι έτσι ακόμα, δε φοβάμαι να το πω
Σ’ ευχαριστώ για τη σπιρτάδα των ματιών σου,
Το ακόμη αδιάβατο φαράγγι των χειλιών σου
Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό το τόσο ποθητό…
Το ένιωσα τότε πως πατρίδα μου είσαι εσύ
Είναι τα μάτια, το φιλί και τ’ άρωμά σου
Και κάθε ανθρώπου είναι πατρίδα του εκεί
Που θα φυτρώσει και θ’ ανθίσει το αίσθημά του
Κι αν τώρα ακόμα είμαι σε μέρος μακρινό
Κι αν πάντα θέλω την αρμύρα των νησιών μου
Μια σπίθα φέγγει μες το βάθος των ματιών μου
Έστω λιγάκι- μα είναι πάντως φανερό
Μια σπίθα φέγγει, που με κάνει να ξεχνώ
Ό, τι μου λείπει, ό, τι αγαπώ κι άφησα πίσω
Κι αντίς γι’ αυτό με παρασύρει να σκεφτώ
Πόσο ποθώ τα δυο σου χείλη να φιλήσω
Μες στο κελί που εθελούσια κατοικώ
Κι έκτισα απόρθητο,και θλιβερό συνάμα,
Άνοιξ’ το βλέμμα σου μια τόση χαραμάδα,
Και μ’ έκανε να δω μια στάλα Φως
Έλαμψε ωραία η ματιά σου, φλογερή
Μες σε γυναίκες που τις νύχτες ζητιανεύουν
Που ένα βλέμμα, λίγο πόθο, ένα φιλί
Ρόλο μικρό σε κάποιου τα όνειρα γυρεύουν
Μου έκανε εντύπωση, οφείλω να το πω
Και ακόμα ντράπηκα, που αλλόκοτο μου εφάνη
Σαν με παράσερνε κι εμένα σε μια πλάνη
Το πως μαγνήτιζε η ματιά σου το κοινό
Ναι- ακόμα σκέφτομαι μην έχω πλανευθεί
Καθώς στην έρημο του νου μου περπατούσα
Κι έπλασα ο ίδιος την ωραία σου μορφή
Σαν άλλη όαση, που τόσο λαχταρούσα
Μα κι έτσι ακόμα, δε φοβάμαι να το πω
Σ’ ευχαριστώ για τη σπιρτάδα των ματιών σου,
Το ακόμη αδιάβατο φαράγγι των χειλιών σου
Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό το τόσο ποθητό…
Το ένιωσα τότε πως πατρίδα μου είσαι εσύ
Είναι τα μάτια, το φιλί και τ’ άρωμά σου
Και κάθε ανθρώπου είναι πατρίδα του εκεί
Που θα φυτρώσει και θ’ ανθίσει το αίσθημά του
Κι αν τώρα ακόμα είμαι σε μέρος μακρινό
Κι αν πάντα θέλω την αρμύρα των νησιών μου
Μια σπίθα φέγγει μες το βάθος των ματιών μου
Έστω λιγάκι- μα είναι πάντως φανερό
Μια σπίθα φέγγει, που με κάνει να ξεχνώ
Ό, τι μου λείπει, ό, τι αγαπώ κι άφησα πίσω
Κι αντίς γι’ αυτό με παρασύρει να σκεφτώ
Πόσο ποθώ τα δυο σου χείλη να φιλήσω
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)