Χαραμάδα (04/06)
Μες στο κελί που εθελούσια κατοικώ
Κι έκτισα απόρθητο,και θλιβερό συνάμα,
Άνοιξ’ το βλέμμα σου μια τόση χαραμάδα,
Και μ’ έκανε να δω μια στάλα Φως
Έλαμψε ωραία η ματιά σου, φλογερή
Μες σε γυναίκες που τις νύχτες ζητιανεύουν
Που ένα βλέμμα, λίγο πόθο, ένα φιλί
Ρόλο μικρό σε κάποιου τα όνειρα γυρεύουν
Μου έκανε εντύπωση, οφείλω να το πω
Και ακόμα ντράπηκα, που αλλόκοτο μου εφάνη
Σαν με παράσερνε κι εμένα σε μια πλάνη
Το πως μαγνήτιζε η ματιά σου το κοινό
Ναι- ακόμα σκέφτομαι μην έχω πλανευθεί
Καθώς στην έρημο του νου μου περπατούσα
Κι έπλασα ο ίδιος την ωραία σου μορφή
Σαν άλλη όαση, που τόσο λαχταρούσα
Μα κι έτσι ακόμα, δε φοβάμαι να το πω
Σ’ ευχαριστώ για τη σπιρτάδα των ματιών σου,
Το ακόμη αδιάβατο φαράγγι των χειλιών σου
Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό το τόσο ποθητό…
Το ένιωσα τότε πως πατρίδα μου είσαι εσύ
Είναι τα μάτια, το φιλί και τ’ άρωμά σου
Και κάθε ανθρώπου είναι πατρίδα του εκεί
Που θα φυτρώσει και θ’ ανθίσει το αίσθημά του
Κι αν τώρα ακόμα είμαι σε μέρος μακρινό
Κι αν πάντα θέλω την αρμύρα των νησιών μου
Μια σπίθα φέγγει μες το βάθος των ματιών μου
Έστω λιγάκι- μα είναι πάντως φανερό
Μια σπίθα φέγγει, που με κάνει να ξεχνώ
Ό, τι μου λείπει, ό, τι αγαπώ κι άφησα πίσω
Κι αντίς γι’ αυτό με παρασύρει να σκεφτώ
Πόσο ποθώ τα δυο σου χείλη να φιλήσω
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου